Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Όταν η νομοθεσία υπονομεύει

Το 1986 ο Robert Cipolle1, στο προφητικό του άρθρο με τον ελκυστικό και αποφθεγματικό τίτλο: «Τα φάρμακα δεν έχουν δόσεις – οι άνθρωποι έχουν δόσεις»2, τοποθετούσε τη φαρμακευτική πρακτική εντός νέων πλαισίων, αποδίδοντας στο φαρμακοποιό το ρόλο του «επιλυτή» κλινικών προβλημάτων που αφορούν τη φαρμακοθεραπεία, διακηρύττοντας τελικά την αλλαγή εστίασης από το φάρμακο στον ασθενή. Η διαπίστωση της αναγκαιότητας ενός λογικού και συστηματικού τρόπου λήψης αποφάσεων σε ζητήματα που αφορούν τη φαρμακευτική θεραπεία, οδήγησε στις ερευνητικές προσπάθειες που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια, τελεσφορώντας σε αυτό που σήμερα συνολικά αποκαλείται φαρμακευτική φροντίδα. Η φιλοσοφία της φαρμακευτικής φροντίδας έχει εμπνεύσει φαρμακοποιούς και συστήματα υγείας παγκοσμίως, από το Περού, τη Βραζιλία, τον Καναδά και την Ευρώπη έως την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία.




Η φαρμακευτική φροντίδα, ωστόσο, και οι προηγμένες υπηρεσίες που προσφέρει στον ασθενή δεν αποτελούν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Υπάρχουν προϋποθέσεις που υπερβαίνουν την προθυμία για την καταβολή προσπάθειας και ενέργειας από τους φαρμακοποιούς, ώστε να εφαρμόσουν αυτές τις υπηρεσίες. Προϋποθέσεις που καθορίζονται αποκλειστικά από τη νομοθεσία, η οποία με τη σειρά της οφείλει να ευνοεί τις καινοτόμες ιδέες ή τουλάχιστον να μην τις υπονομεύει.

Όσον αφορά το τελευταίο, ο σίγουρος τρόπος για να υπονομευθεί, να καθυστερήσει ή και να ανασταλεί η αναμόρφωση στο φαρμακείο των υπηρεσιών, είναι η απορρύθμιση της φαρμακευτικής νομοθεσίας, όπως μας διδάσκει το παράδειγμα της Νορβηγίας. Εκεί η απορρύθμιση, που έλαβε χώρα το 2000 και που εξωραϊσμένα καλείται απελευθέρωση, κατέληξε σε μια αύξηση του αριθμού των φαρμακείων μόνο στα αστικά κέντρα, εις βάρος των επαρχιακών περιοχών, με την απόλυτη κυριαρχία τριών καθετοποιημένων αλυσίδων, ιδιοκτησίας πολυεθνικών (Alliance-UniChem, Celesio και Phoenix). Η εγκαθίδρυση του ολιγοπωλίου οδήγησε πλέον σε ανίσχυρη θέση το κράτος, περιορίζοντας την ικανότητά του να καθορίζει την αγορά του φαρμάκου προς όφελος των ασφαλισμένων και των ασφαλιστικών φορέων. Παρά δε την αύξηση του αριθμού των φαρμακείων3, ο αριθμός των απασχολούμενων φαρμακοποιών ανά φαρμακείο μειώθηκε, αποδυναμώνοντας έτσι το διαθέσιμο ανθρώπινο επιστημονικό κεφάλαιο. Παράλληλα, σε έρευνα του 2003, το 73% των φαρμακοποιών ανέφερε μια μεγάλη αύξηση της έντασης της εργασίας, ενώ το 40% υπερβολικό φόρτο εργασίας πέραν των αποδεκτών ορίων. Η σύγκρουση δε μεταξύ των επαγγελματικών (επιστημονικών) και των εμπορικών συμφερόντων στη λήψη αποφάσεων αυξήθηκε σε σχέση με την προ-απορρύθμισης κατάσταση, κατά 75%.

Εν ολίγοις διδαχθήκαμε από την περίπτωση της Νορβηγίας ότι οι υποσχέσεις για εξέλιξη και διεύρυνση των υπηρεσιών, μέσω απορρυθμιστικών παρεμβάσεων, είναι στην επιεικέστερη περίπτωση κενές, αν όχι σκόπιμα παραπλανητικές, αφού τέτοιες ενέργειες συνηγορούν στη διαμόρφωση ενός εχθρικού περιβάλλοντος για την ευδοκίμηση προηγμένων καινοτομιών. Η διαδρομή για το μελλοντικό φαρμακείο που οραματιζόμαστε, με διευρυμένο τον επιστημονικό ρόλο του φαρμακοποιού, προϋποθέτει προστασία από επιθέσεις απορρύθμισης (που δύσκολα αφήνουν αμφιβολίες για το ότι υπαγορεύονται από άλλα συμφέροντα, διαφορετικά από εκείνα της δημόσιας υγείας), την οποία οφείλουμε με σθένος και επιμονή να τη διεκδικήσουμε. Όχι επειδή υπερασπιζόμαστε συντεχνιακούς σκοπούς από στείρα ιδιοτέλεια, αλλά επειδή –μέσω της δικαίωσης των προσδοκιών για αποτελεσματικότερη φαρμακοθεραπεία– δε δικαιώνεται μόνο η επαγγελματική και επιστημονική μας προσφορά, υπόσταση και ύπαρξη, αλλά η κοινωνική ανάγκη για αποδοτικότερες θεραπείες που καταλήγουν σε βελτιωμένο επίπεδο υγείας και ταυτόχρονα σε σημαντική και ουσιαστική οικονομική ανακούφιση στους περιορισμένους πόρους του συστήματος υγείας.

1. Καθηγητής και διευθυντής του Ινστιτούτου Φαρμακευτικής Φροντίδας του Πανεπιστήμιου της Μινεσότα στη Μινεάπολις των Η.Π.Α.
2. Cipolle RJ., Drugs Don’t have Doses – People have Doses! A clinical educator’s philosophy. Drug Intell Clin Pharm. 1986;20:881-2.
3. Anders Anell, Deregulating the pharmacy market: the case of Iceland and Norway, Health Policy 75 (2005) 9-17.

πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό φαρμακευτικός κόσμος τεύχος 130 (Ιούλιος 2011)