Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

Πρωτότυπα και Γενόσημα… «Λεμόνια»


Υπάρχει ένα διάσημο άρθρο του οικονομολόγου George Akerlof, που δημοσιεύτηκε το 1970 κι έχει τίτλο “The Market for Lemons: Quality Uncertainty and the Market Mechanism”, το οποίο είναι ένα από τα άρθρα με τις περισσότερες βιβλιογραφικές αναφορές σε αυτό (citations) στην ιστορία των οικονομικών.

Το άρθρο πραγματεύεται το πρόβλημα που εμφανίζεται σε ορισμένες αγορές όταν υπάρχει «ασυμμετρία πληροφόρησης» ανάμεσα σε αυτόν που πουλάει ένα προϊόν και σε αυτόν που το αγοράζει. Η ασυμμετρία πληροφόρησης οδηγεί σε «αβεβαιότητα» από την πλευρά του αγοραστή ως προς την ποιότητα του προϊόντος που αγοράζει.



Για να κάνει κατανοητή τη θέση του, ο Akelrof, χρησιμοποιεί το παράδειγμα της αγοράς των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Υπάρχουν μεταχειρισμένα κακοσυντηρημένα, τρακαρισμένα και με προβλήματα, τα οποία στην Αμερικανική αργκό αναφέρονται ως “lemons” και μεταχειρισμένα τα οποία ο πρώην ιδιοκτήτης τα πρόσεχε πολύ, τα συντηρούσε σωστά, δεν είχαν πολλά χιλιόμετρα κλπ και τα οποία στην αργκό ονομάζονται “cherries”. ΟAkelrof λέει ότι ο αγοραστής δεν μπορεί ποτέ να είναι βέβαιος ότι το αυτοκίνητο που θέλει να αγοράσει είναι“lemon” ή “cherry”, επειδή πολλά χαρακτηριστικά του δεν είναι δυνατόν να γίνουν αντιληπτά με μια απλή επιθεώρηση, ούτε καν με μηχανικό έλεγχο του αυτοκινήτου. Οπότε, τείνει να θεωρεί ότι τα μεταχειρισμένα είναι μέτριας ποιότητας αυτοκίνητα και άρα είναι διατεθειμένος πληρώσει για ένα προϊόν μέτριας ποιότητας.
Αυτό όμως έχει ως αποτέλεσμα, οι ιδιοκτήτες καλών αυτοκινήτων να μη θέλουν να τα πωλούν ως μεταχειρισμένα, αφού τα αυτοκίνητά τους δε θα πιάσουν ποτέ την τιμή που αντικειμενικά αξίζουν. Κι έτσι τα καλά αυτοκίνητα αποσύρονται από αυτή την αγορά, γεγονός που συνοψίζεται στη φράση “the bad driving out the good”. Αφού αποσυρθούν τα καλά αυτοκίνητα, η ποιότητα στην αγορά των μεταχειρισμένων πέφτει ακόμη περισσότερο, με αποτέλεσμα να πέφτουν και οι τιμές. Οπότε και οι ιδιοκτήτες των μέτριων ποιοτικά αυτοκινήτων έχουν επίσης κίνητρο να μην πωλούν τα αυτοκίνητά τους ως μεταχειρισμένα κ.ο.κ..Η διαδικασία αυτή συνεχίζεται διαρκώς, με αποτέλεσμα ΚΑΙ η ποιότητα να υποβαθμίζεται ΚΑΙ οι τιμές των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων να μειώνονται διαρκώς.

Η αγορά φαρμάκου είναι μια κατεξοχήν αγορά «λεμονιών».

Υπάρχει τεράστια ασυμμετρία πληροφόρησης, ανάμεσα στον παρασκευαστή ενός φαρμάκου, είτε αυτός είναι μεγάλη φαρμακοβιομηχανία παρασκευής πρωτοτύπων (big Pharma) είναι φαρμακοβιομηχανία γενοσήμων και σε αυτούς που διαθέτουν το προϊόν (γιατροί, φαρμακοποιοί), σε αυτούς που το χρησιμοποιούν (ασθενείς) ή σε αυτούς που το πληρώνουν (ασφαλιστικοί φορές και ασθενείς). Ο μόνος που μπορεί να διασφαλίσει ότι τα φάρμακα κάνουν αυτά που υπόσχονται και παρασκευάζονται με όρους GMP, είναι ασφαλή κι αποτελεσματικά είναι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί (FDA, EMEA, ΕΟΦ κλπ).

Τα πρωτότυπα «λεμόνια», μπορούν να στήνουν κλινικές μελέτες με βολικό τρόπο, να αποσιωπούν ενδεχόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες και να ζητούν τιμή μεγαλύτερη από αυτή που δικαιούνται βάση καλύτερης αποτελεσματικότητας σε σχέση με παλαιότερες θεραπείες. Οι αυστηροί έλεγχοι, σε αυτή την περίπτωση, ενώ θα μπορούσαν να θεωρηθούν, με μια πρώτη ματιά, αντικίνητρο για την καινοτομία, την έρευνα και την ανάπτυξη από πλευράς των Big Pharma, αντίθετα λειτουργούν ευεργετικά. Διότι εξασφαλίζουν στον αγοραστή των νέων φαρμάκων ότι κάνουν αυτά που λένε και είναι περισσότερο «κεράσια» παρά «λεμόνια». Αν δεν υπήρχε το αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο, η ανάπτυξη νέων φαρμάκων, αν και φθηνότερη, θα απέφερε ενδεχομένως μικρότερα κέρδη για τη φαρμακοβιομηχανία, θα αύξανε πολύ τον ανταγωνισμό και θα μείωνε σημαντικά την ποιότητα των νέων φαρμάκων.

Όσον αφορά, τώρα, στα γενόσημα «λεμόνια», τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Οι έλεγχοι είναι σαφώς πιο χαλαροί, ενώ δεν ελέγχεται (σωστά) η αποτελεσματικότητά τους, αλλά η βιοδιαθεσιμότητά τους – μια πολύ πιο εύκολη και φθηνή μελέτη – ενώ ελέγχονται με επιτόπιους ελέγχους και οι κανόνες καλής παρασκευής των σκευασμάτων αυτών.
Θεωρητικά, εφόσον οι έλεγχοι είναι συχνοί και αυστηροί – και δεν εμφανίζονται φαινόμενα χρηματισμού και συναλλαγής των ελεγκτικών μηχανισμών – επαρκούν για να εξασφαλίσουν στους ασθενείς, φαρμακοποιούς, γιατρούς, ασφαλιστικούς φορείς, ότι δεν αγοράζουν «λεμόνια», αλλά «κεράσια».

Όμως, σε μια αγορά φαρμάκου, όπως η ελληνική του 2014, όπου θα δίνεται κίνητρο στα γενόσημα να κατακτούν μερίδιο αγοράς λόγω τιμής ή θα «τιμωρούνται» όσα έχουν υψηλό μερίδιο αγοράς, υπάρχει ο κίνδυνος επικράτησης των «λεμονιών», καθώς οι παρασκευαστές καλών και ποιοτικών γενοσήμων, με υψηλά κόστη παραγωγής κι ελέγχων, θα έχουν κίνητρο να τα αποσύρουν από την αγορά, αφού θα θεωρούν ότι δεν αποζημιώνονται επαρκώς.

Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά στην ουσία παγκόσμιο, καθώς εταιρίες - κολοσσοί γενοσήμων παίρνουν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο, με πολλά ερωτήματα όμως ως προς την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων τους, τα οποία παρασκευάζονται πολλές φορές σε χώρες τους τρίτου κόσμου.

Το ίδιο συμβαίνει, φυσικά, και με τα on patent φάρμακα, τα οποία με τις συνεχείς μειώσεις των τιμών, ενδέχεται να αποσυρθούν από την αγορά, είτε γιατί η διακίνησή τους κρίνεται ασύμφορη, είτε γιατί οι τιμές της Ελλάδας επηρεάζουν αρνητικά τις τιμές σε άλλες χώρες.

Το πρόβλημα, στη χώρα μας, λοιπόν, δεν θα είναι μονάχα το αν κάποιος έχει χρήματα να πληρώσει για ένα «καλύτερο» φάρμακο, αλλά αν θα έχει πρόσβαση στο φάρμακο αυτό γενικώς.
Η πολιτική του φαρμάκου έχει πολλές πτυχές, που αντανακλούν στους στόχους και τις επιδιώξεις κάθε χώρας, γι’ αυτό επιτρέπεται να ασκείται από κάθε κράτος μέλος χωριστά, κι όχι σε επίπεδο ΕΕ συνολικά, όπως συμβαίνει με άλλες αγορές. Όμως, στην Ελλάδα του μνημονίου, η δυνατότητα αυτή έχει προ πολλού αφαιρεθεί από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις κι από την κρατική δικαιοδοσία και είναι έρμαιο στα χέρια των δανειστών μας.

Ελπίζουμε, να μας αφήσουν λίγα «κεράσια» και να μη μείνουμε μονάχα με τα «λεμόνια».

Τάσος Τερζής,
Πρόεδρος ΦΣ Έβρου