Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Ο Φαρμακοποιός του μέλλοντος με μια ματιά

Στις χώρες της Ε.Ε. το ποσοστό των γενόσημων φαρμάκων στη συνολική φαρμακευτική αγορά κυμαίνεται, σε αξίες, από περίπου 20% σε κάποιες χώρες (όπως το Βέλγιο, η Φιλανδία, η Γαλλία, η Ισπανία) μέχρι και πάνω από 40% σε άλλες (όπως η Πολωνία) (πηγή: IMS) και η σύγχρονη τάση είναι το μερίδιό τους να διευρύνεται συνεχώς βάσει συνειδητής επιλογής των κατά τόπους κυβερνήσεων, αλλά και της ίδιας της Γραφειοκρατίας των Βρυξελλών.
Η ίδια εικόνα σε τεμάχια παρουσιάζει την αναμενόμενη αναλογία με ποσοστά που κυμαίνονται από 30% μέχρι και πάνω από 70% στο σύνολο σχεδόν των χωρών της ηπείρου.
Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα ουραγός στη χρήση γενόσημων στην Ευρώπη με ποσοστό κάτω του 15% επί του συνόλου της αγοράς (σε αξίες).
Το δυστύχημα είναι ότι πριν 20 περίπου χρόνια το αντίστοιχο ποσοστό στη χώρα μας ήταν πάνω από 75%.
Η υστέρηση μίας φαρμακευτικής αγοράς στη χρήση γενόσημων φαρμάκων αποτελεί σοβαρό μειονέκτημα.


Οι λόγοι είναι πρωτίστως οικονομικοί και προφανείς. Ένα φάρμακο ως γενόσημο χρεώνεται αρκετά φθηνότερα από το ίδιο φάρμακο όταν χορηγείται ως πρωτότυπο.
Συγκεκριμένα για την Ελλάδα, σύμφωνα με την ισχύουσα Νομοθεσία (Δ.Υ.Γ. 3(α)οικ./22-11-2011), ένα φάρμακο ως γενόσημο πωλείται σε ex-factory τιμή 35% φθηνότερα από το ίδιο ως πρωτότυπο, καθώς ο διαχωρισμός μίας ουσίας σε πρωτότυπο και γενόσημο είναι εμπορικός και όχι αντικειμενικός (τα γενόσημα σε αδρές γραμμές είναι τα πρωτότυπα όταν τα εκμεταλλεύονται εμπορικά περισσότερες των μία εταιρείες).
Για τη χώρα μας, η διεύρυνση της χρήσης γενόσημων φαρμάκων στη θέση των πρωτότυπών τους μεταφράζεται σε αρκετές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ χρηματικό όφελος για ασθενείς και Ασφαλιστικά Ταμεία ετησίως, με διατήρηση αναλλοίωτου του υπάρχοντος θεραπευτικού αποτελέσματος.
Η διεύρυνση λοιπόν της χρήσης των γενόσημων φαρμάκων δείχνει να αποτελεί μία από τις σημαντικές επιλογές-πνοή στην προσπάθεια για εξορθολογισμό της Φαρμακευτικής Δαπάνης της Ελλάδας.
Επιπλέον, ειδικά για χώρες όπως η Ελλάδα, ένα παράπλευρο πλεονέκτημα της διεύρυνσης της χρήσης γενόσημων φαρμάκων  στην αγορά είναι ότι όσο αυξάνεται το μερίδιό τους τόσο περισσότερες αναλογικά θέσεις εργασίας συνεπάγεται αυτό για τον κλάδο της φαρμακοβιομηχανίας.
Η εγχώρια φαρμακοβιομηχανία, ως παραγωγός που διατηρεί εργοστάσια για τα φάρμακά της, απασχολεί αναπόφευκτα πολλαπλάσιο αριθμό εργαζόμενων για τις δραστηριότητές της σε σχέση με τα απλά ολιγομελή εμπορικά παραρτήματα των πολυεθνικών εταιριών.
Είναι φανερό λοιπόν ότι όσο μειώνεται η παραγωγή, άρα και το μερίδιο, των  γενόσημων φαρμάκων (τα οποία είναι κατά κύριο λόγο εγχωρίως παραγόμενα) τόσο μειώνεται και η απασχόληση στον κλάδο.
Με δύο λόγια, η διεύρυνση της χρήσης εγχωρίως παραγώμενων γενόσημων φαρμάκων στην καθημερινή χρήση είναι συμφερότερη οικονομικά και προσφέρει περισσότερη απασχόληση από τη χρήση των πρωτοτύπων, χωρίς καμία μεταβολή στην ποιότητα της παρεχόμενης περίθαλψης. Δηλαδή το εγγύς μέλλον ανήκει στα generics.
Αν επιχειρήσουμε μία ματιά στο ακόμα πιο μακρυνό μέλλον, η αναπόφευκτη κατίσχυση των γενόσημων έναντι των πρωτότυπων εαυτών τους αποτελεί το απαραίτητο πρωστάδιο για την έλευση της εποχής της πλήρους απελευθέρωσης του φαρμάκου από το βάρος της αποκλειστικής χρήσης (πατέντα), δηλαδή για τη μελλοντική εποχή του globally accessed medicine.
Η πολλά υποσχόμενη αυτή ιδέα, που βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα στα κέντρα αποφάσεων της Ευρώπης αλλά δείχνει να έχει ισχυρή απήχηση ιδιαίτερα στις νέες γενιές των Ευρωπαίων πολιτών,  έχει βρει ήδη και την έκφρασή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μέσω ενός σουηδικού κόμματος με ιδρυτή τον 37χρονο Ρίκαρντ Φαλκβίνκε και τωρινό ευρωβουλευτή τον 49χρονο Κρίστιαν Ένγκστρομ και  με πρωτότυπο όνομα («Κόμμα Πειρατών»).
Ο νεότατος αυτός πολιτικός φορέας ο οποίος ιδρύθηκε μόλις το 2006 εξασφάλισε στις πρόσφατες Ευρωεκλογές του Ιουνίου του 2009 ποσοστό 7,1% επί των ψηφισάντων και μία έδρα στο Ευρωκοινοβούλιο (οι οποίες θα γίνουν αυτομάτως δύο με την επικύρωση της Συνθήκης της Λισσαβόνας).
Το αξιοσημείωτο είναι ότι στη χώρα ίδρυσής του το κόμμα αυτό αναδείχθηκε τρίτο μέσα από την κάλπη ενώ διατηρεί τη μεγαλύτερη σε αριθμό εγγεγραμμένων μελών νεολαία στο πολιτικό στερέωμα της Σουηδίας.
Αδελφά κόμματα δραστηριοποιούνται αυτή τη στιγμή σε 20 χώρες της Ευρώπης συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας (πολύ πρόσφατα), καθώς και σε μεγάλο αριθμό χωρών εκτός Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Αυστραλίας και των Η.Π.Α.
Το σημαντικό για τον φαρμακευτικό τομέα από τα παραπάνω είναι ότι η ατζέντα αυτής της εγκατεστημένης πια τάσης των πολιτών ανά τον κόσμο είναι η δέσμευση για απαλλαγή του φαρμάκου από την πατέντα, ώστε αυτό να γίνει και ουσιαστικά θεμελιώδες ανθρώπινο αγαθό προσβάσιμο μέσω εξειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού σε όλους τους κατοίκους του πλανήτη ανεξαιρέτως, κάτι που η ύπαρξη της πατέντας σήμερα πρακτικά απαγορεύει.
Ο αντίλογος από την πλευρά της Φαρμακοβιομηχανίας είναι ότι τα δικαιώματα αποκλειστικής χρήσης αποτελούν απαραίτητη στρέβλωση στην ελευθερία χρήσης των φαρμάκων γιατί τα μονοπωλιακά υπερκέρδη που προκύπτουν χάρη σε αυτή επιτρέπουν τη συσσώρευση ιδιωτικού πλούτου που υπόσχεται να διοχετευθεί σε έρευνες για νέα φάρμακα.
Η εκτίμηση αυτή όμως βρίσκεται πια υπό έντονη αμφισβήτηση καθώς με την πάροδο του χρόνου, αν και η κερδοφορία των Φαρμακευτικών Εταιριών σαν κλάδος παραμένει συγκριτικά ανθεκτική, ο αριθμός των αντικειμενικά καινοτόμων φαρμάκων που εισάγονται ετησίως στην καθημερινή πρακτική παρουσιάζει φθίνουσα πορεία, συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή Ανταγωνισμού της Ε.Ε. σε Έκθεση την οποία δημοσίευσε τον Νοέμβριο του 2008 PharmaceuticalSector InquiryPreliminary Report,  DG Competition Staff Working PaperE.C., 28-11-2008).
Αυτή η ανησυχητική διαπίστωση ήρθε να προστεθεί στην ήδη επιβαρυμένη θέση της έννοιας της πατέντας για τα φάρμακα, καθώς το γνωστό στερεώτυπο του 1 δις δολλαρίων ως έξοδα για να φτάσει κάθε νέο φάρμακο στην κυκλοφορία τελικά αποδείχθηκε αναληθές και το πραγματικό κόστος επαναξιολογήθηκε εκ των υστέρων σε πολύ κατώτερα επίπεδα της τάξης των 75 με 250 εκατομμύρια δολλάρια περίπου (A Briefing Book on the Rx Drug DebatePublic Citizens’ CongressWatch, 2002).
Ταυτόχρονα, έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας Κυβερνητικές Εκθέσεις σύμφωνα με τις οποίες η συντριπτική πλειοψηφία των νέων δραστικών ουσιών για τις τελευταίες δεκαετίες προήλθε κατά βάση χάρη σε Δημόσια χρηματοδότηση ενώ η φάση της Έρευνας για νέα φάρμακα παρέμεινε ανέκαθεν Δημόσια Υπόθεση με τις Φαρμακευτικές Εταιρίες να συμμετέχουν στη χρηματοδότηση μόνο στη φάση της Ανάπτυξης και κυρίως προς τα τελικά στάδια αυτής (U.SCongressJoint EconomicCommittee, “The Benefits of Medical Research and the Role of the NIH,”May2000).
Οι νέες, δε, τεχνολογίες στο φάρμακο δεν δείχνουν να διαφοροποιούνται από τον παραπάνω κανόνα-σκάνδαλο περί ισοζυγίου εξόδων ανακάλυψης / τελικής κερδοφορίας για τον ιδιωτικό τομέα.
Τα παραπάνω σημαίνουν ότι η ύπαρξη πατέντας στα φάρμακα μέχρι σήμερα περισσότερο εμπόδισε παρά οφέλησε την ανακάλυψη καινοτόμων φαρμάκων και ότι τα φάρμακα που διακινούμε στα Φαρμακεία μας είναι περισσότερο Δημόσιας παρά ιδιωτικής προέλευσης.
Η δυναμική επαναφορά των γενόσημων και η αυγή των globally accessed medicines έρχονται σε μία εποχή που η επιστήμη ψηλαφίζει παράλληλα νέους ορίζοντες αντιμετώπισης των ασθενειών.
Ειδικά σε ό,τι αφορά τους φαρμακοποιούς κάποιες από τις καινοτόμες ιδέες φαρμακευτικής προαγωγής της υγείας είναι:

  • τα φάρμακα γενετικής μηχανικής και νανοτεχνολογίας,

  • τα οργανικά φάρμακα νέας γενιάς (μονοκλωνικά αντισώματα κ.α.),

  • η κατίσχυση της πρόληψης και της επίδρασης της ποιότητας ζωής στην υγεία  έναντι της εκ των υστέρων θεραπείας,

  • στο απώτερο αλλά ίσως όχι και τόσο μακρυνό μέλλον τα εξατομικευμένα φάρμακα,

και πολλά άλλα καινοφανή πνευματικά επινοήματα που αν και βρίσκονται ακόμα σε πρώιμα στάδια ανάπτυξης υπόσχονται θεμελιώδεις αλλαγές στον τρόπο αντιμετώπισης της υγείας των ανθρώπων. Πολλές από αυτές τις ιδέες δεν είναι καθόλου νέες αλλά όπως η πρόληψη φαίνεται να επανέρχονται στην εποχή μας δριμύτερες.
Σε αυτό το διαφαινόμενο μελλοντικό περιβάλλον, ο φαρμακοποιός θα κληθεί να ξαναπροσαρμοστεί όπως κάνει ο κλάδος εδώ και αιώνες (από σχεδόν τα χρόνια της αρχαιότητας και επισήμως από τα χρόνια του ύστερου Μεσαίωνα) με τις ίδιες όμως αρχές και την ίδια ανάγκη που τον γέννησε εξ’  αρχής.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και όταν το Ανώνυμο Κεφάλαιο θα έχει εξαφανιστεί από τον παγκόσμιο κοινωνικό χάρτη των υπηρεσιών Δημοσίας Ανάγκης όπως η Υγεία, ο φαρμακοποιός, και κυρίως αυτός που έρχεται σε άμεση επαφή με το κοινό, θα συνεχίσει να υπάρχει στην ουσία απαράλλαχτος αλλά στην καθημερινή πρακτική τελείως διαφορετικός.
Η πρώτη άμεση αλλαγή στην οποία φαίνεται ότι θα κληθεί να πρωταγωνιστήσει είναι η ενεργότερη εμπλοκή του στην εκτέλεση της ιατρικής συνταγής με το δικαίωμά του ή τη θεσμική εξώθηση χορήγησης γενόσημων φαρμάκων κατά προτεραιότητα (κάτι που ήδη έχει ξεκινήσει να ισχύει σε κάποιες χώρες της Ε.Ε.), μέχρι τη στιγμή που θα αναλάβει να επιλέγει φάρμακα με διαφορετικές δραστικές ουσίες αλλά παρόμοιες φαρμακολογικές ιδιότητες με αυτές που προτείνονται από τον γιατρό, όπως έχει ξεκινήσει να καθιερώνεται στη Γαλλία.
Δηλαδή η πρώτη αλλαγή θα είναι μία ενίσχυση των ευθυνών του άρα και των προνομίων του και του ρόλου του συνολικά, τουλάχιστον στον τομέα της επιλογής φαρμάκου, κάτι που αποτελεί επιστροφή στο μέλλον σε ρόλους του φαρμακοποιού που ευεργέτησαν τη Δημόσια Υγεία στο παρελθόν.
Ανάλογες θα είναι φυσικά και οι εξελίξεις και στον χειρισμό των άλλων καινοτομιών που άπτονται του ρόλου του και βρίσκονται πέρα από τον χώρο της φαρμακοχημείας των μικρομορίων με κυριότερη την ενεργή εμπλοκή του στον συνδυασμό φαρμακοθεραπείας και πρόληψης, αποκλειστικού χειρισμού των καινοτομιών που εμπλέκονται στην αποκατάσταση της υγείας του ασθενούς μέσω χρήσης σκευασμάτων, Φαρμακοεπαγρύπνησης για αυτά και εξατομικευμένης επιτήρησης της φαρμακοθεραπείας (Φαρμακευτική Φροντίδα).
Σε όλο αυτό το σύμπαν των κυοφορούμενων μελλοντικών εξελίξεων αυτό το οποίο θα παραμείνει αναλλοίωτο, όπως ίσχυε από πάντα, είναι η κοινωνική ανάγκη για ανεξάρτητο και ασφαλή επαγγελματικά και οικονομικά επιστήμονα φαρμακοποιό με απεριόριστη ατομική ευθύνη στην άσκηση των καθηκόντων του βάσει Δεοντολογίας στοχευμένης στην εξυπηρέτηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ασθενή.
Για εμάς τους έλληνες φαρμακοποιούς, οι παραπάνω εκτιμήσεις αποτελούν ειδοποίηση για προετοιμασία και ευκαιρία για νέους ρόλους και ευκαιρίες.
Η διαχρονική παρουσία μας στο κοινωνικό γίγνεσθαι, η δια βίου εκπαίδευσή μας, η κατίσχυση του επιστημονικού και κοινοφελούς ρόλου μας έναντι του συγκυριακού ρόλου του παθητικού μεταπωλητή εμπορικώς προσανατολισμένων «προϊόντων υγείας» και η ανωτερότητα της αποστολής μας,που ήδη έχει συσσωρεύσει τα τελευταία χρόνια σεβαστό όγκο πάγιας Ανωτάτης Νομολογίας και Νομοθεσίας σε Ευρωπαϊκό και Εθνικό επίπεδο κάτι που την αναγνωρίζει και την επικυρώνει,μας δίνουν το μοναδικό πλεονέκτημα να ξεκινούμε προς το μέλλον από σαφώς ευνοϊκή αφετηρία.
Και αυτό μπορεί να φέρει ευθύνες αλλά και κύρος και προνόμια.
Ταυτόχρονα, η διαχρονική ύπαρξη ισχυρότατης και ζωντανότατης συλλογικής και συνεταιριστικής συνείδησης και υποδομών μεταξύ των φαρμακοποιών δίνουν προοπτική για μεγάλες προσδοκίες σε υπεραξίες και υπόβαθρο ανεξάρτητης αξιοποίησης όλων των πλεονεκτημάτων που υπάρχουν και μπορούν να προκύψουν ή να επινοηθούν στο μέλλον, αναφορικά με τον χώρο του Φαρμακείου.
Πάνω απ΄ όλα, τα παραπάνω υπόσχονται να μας προσφέρουν τη δύναμη να ορίζουμε οι ίδιοι το μέλλον μας πιο σίγουρα από τώρα, ως αναγνώριση του νέου και διευρυμένου ρόλου που θα αποκτήσουμε στην ευζωία της κοινωνίας.